Η έννοια του στρατηγικού πολιτισμού έχει χρησιμοποιηθεί για να εξηγηθούν οι ιδιαίτερες στρατηγικές συμπεριφορές των κρατών και των κοινωνιών με αναφορά στις μοναδικές στρατηγικές τους ιδιότητες.

Παρ’ όλα αυτά, στην πατρίδα μας εξακολουθεί να υπάρχει μεγάλη σύγχυση σχετικά με το τι είναι η στρατηγική κουλτούρα και πώς μπορεί να χρησιμοποιηθεί αποτελεσματικά στο πλαίσιο της πολιτικής μας, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει, μια ελληνική στρατηγική κουλτούρα.

Του Δημήτρη Τσαϊλά*

Είναι φανερό ότι ζούμε σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης, όπου τα κράτη αλληλοσυνδέονται και αλληλεξαρτώνται, καθιστώντας τις έννοιες εθνικού συμφέροντος, εξουσίας και κινδύνων να μην καθορίζονται πλέον αποκλειστικά εντός των εθνικών συνόρων. Όλο και περισσότερο, καθώς τα συμφέροντα της οικονομίας και της ασφάλειας βασίζονται σε διεθνείς και διακρατικές μορφές συνεργασίας, η πατρίδα μας πρέπει να συνδυάσει την ιστορία της με τις πραγματικότητες της εποχής μας. Ο πραγματισμός πρέπει να αντιμετωπιστεί εντός ανταγωνιστικών πλαισίων, καθώς οι ελληνοτουρκικές σχέσεις έχουν οξυνθεί τα τελευταία χρόνια.

Η εγγενής αβεβαιότητα αλλά και η ανησυχία του πολέμου, ειδικά τον τελευταίο καιρό, καθιστά την υποκειμενική κρίση ως αναπόσπαστο μέρος της όποιας στρατηγικής μας επιλογής. Η στρατηγική κουλτούρα, λείπει από την κοινωνική δομή του τόπου μας. Έτσι πολλοί είναι αυτοί που ζητάνε να ακολουθήσουμε παραδείγματα άλλων εθνοτήτων, όπως του Ισραήλ ή ακόμη και της Ελβετίας. Πρέπει όμως να λάβουμε υπόψη μας ότι οι πολιτικές ασφαλείας ενδέχεται να τείνουν να ενεργούν κατά παρόμοιο τρόπο μερικές φορές, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι τηρούν μια καθολική θεωρία στρατηγικής συμπεριφοράς. Όποιος στο πεδίο των στρατηγικών μελετών λειτουργεί κάτω από την λανθασμένη υπόθεση των ομοιογενών λογικών παραγόντων που επηρεάστηκαν από ορθολογικές επιλογές, μάλλον λανθάνει. Μπορούμε να διαπιστώσουμε αμέσως τις διαφορές ανάμεσα σε Βορειο-Βιετναμέζους, Κινέζους, Ρώσους, Σέρβους, Ινδούς, Βόρειο Κορεάτες, Ιρακινούς, Κούρδους ή Ιάπωνες, πως ο καθένας εκτελεί ρεαλιστικούς υπολογισμούς κατά τρόπο που να ταιριάζει στις αξίες του, και όχι στη λογική κάποιων γενικών θεωριών της αποτροπής.

Ο Colin Gray, στρατηγικός στοχαστής και καθηγητής Διεθνών Σχέσεων και Στρατηγικών Σπουδών ορίζει ως στρατηγική κουλτούρα «την κοινωνική δομή και τις ανθρώπινες παραδοχές, τις αποτυπωμένες συνήθειες του νου, τις παραδόσεις και τις προτιμώμενες μεθόδους λειτουργίας που είναι περισσότερο ή λιγότερο ορισμένες για μια συγκεκριμένη γεωγραφική βάση ασφαλείας της κοινωνίας».

Ο Θουκυδίδης, στην ιστορία του Πελοποννησιακού πολέμου, καταδεικνύει την κατανόηση των πολιτικών και πολιτισμικών διαφορών μεταξύ των πόλεων-κρατών, Αθήνας-Σπάρτης, πριν και κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου. Παρατηρούμε ότι μια τέτοια κατανόηση ήταν, αλλά και παραμένει, ζωτικής σημασίας για την εξήγηση της συμπεριφοράς των αντιμαχόμενων πλευρών. Όπως διακρίνεται ο εθνικός χαρακτήρας με τη σπαρτιατική επιφυλακτικότητα και τον απομονωτισμό από τη μια πλευρά και η αθηναϊκή τόλμη και λαγνεία για τη δόξα από την άλλη, αλλά και οι χαρακτήρες των ηγετών. Η προσωπικότητα του Σπαρτιάτη στρατηγού Παυσανία, η πολιτεία του Θεμιστοκλή και του Περικλή, η προσωπικότητα του Αλκιβιάδη και του Νικία παίζουν τον ποιο σημαντικό ρόλο στον Πελοποννησιακό πόλεμο. Έτσι σήμερα μπορούμε να διακρίνουμε την κατευναστική πολιτική της Ελλάδος και την επιθετική αναθεωρητική πολιτική της Τουρκίας. Αλλά και τις διαφορετικές προσωπικότητες των υπεύθυνων, λήψεων αποφάσεων.

Βλέπουμε ότι ο Θουκυδίδης εξηγεί την έναρξη και διεξαγωγή του πολέμου ως προκαλούμενη από την άνιση κατανομή της ισχύος μεταξύ Αθήνας και Σπάρτης αλλά επίσης σημαντικό ρόλο στην έκβαση διαμορφώνουν οι διαφορές του εθνικού χαρακτήρα των κοινωνιών και του ατομικού χαρακτήρα των ηγετών. Ο φόβος της Σπάρτης που αισθάνθηκε από την αύξηση της ισχύος της Αθήνας πρέπει να γίνει κατανοητός ως αποτέλεσμα και άλλων υποκείμενων αιτιών που περιελάμβαναν εθνικές διαφορές αντί ομοιομορφίας.

Με παρόμοιο τρόπο, ο Sun Tzu, δίδει έμφαση στη σοφία της γνώσης του εαυτού σου και του εχθρού, δείχνοντας τη σημασία της κατανόησης του πολιτισμού για την εξήγηση της συμπεριφοράς της εθνικής ασφάλειας του αντιπάλου με σκοπό να τον παραπλανήσεις. Αναφέροντας χαρακτηριστικά: «Οι αρχές της στρατηγικής είναι να ξέρεις το πεδίο μάχης, να ξέρεις τις δυνάμεις του αντιπάλου σου και να κάνεις κάτι που ο αντίπαλος σου δεν περιμένει.»

Για παράδειγμα ας θυμηθούμε μια πραγματική ιστορία. Όταν η κυβέρνηση Νίξον ανέλαβε το 1969, όλα τα δεδομένα σχετικά με το βόρειο Βιετνάμ σε σύγκριση με τις Ηνωμένες Πολιτείες τοποθετήθηκαν σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή του Πενταγώνου. Έτσι έλαβαν υπόψη τον πληθυσμό, το ακαθάριστο εθνικό προϊόν, την παραγωγική ικανότητα των χωρών, τον αριθμό των τεθωρακισμένων, πλοίων και αεροπλάνων, το μέγεθος των ενόπλων δυνάμεων, και άλλα παρόμοια στοιχεία. Ο υπολογιστής στη συνέχεια ρωτήθηκε, «Πότε θα μπορέσουμε να κερδίσουμε;» Χρειάστηκε μόνο μια στιγμή για να δώσει την απάντηση: «Κερδίσατε το 1964!».

Στο πλαίσιο μιας πρωτοφανούς κινητικότητας στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο Θάλασσα, της συνδεσιμότητας με την αστάθεια στη Μέση Ανατολή και τη Βόρειο Αφρική, την εμβάθυνση αλληλεξάρτησης συμφερόντων στην ενεργειακή πολιτική και διαπολιτισμικών θεμάτων που απαιτούν ολοένα και περισσότερη διακρατική χάραξη πολιτικής, η πολιτική ηγεσία μας χρειάζεται να δείξει, όλο και περισσότερη δημιουργικότητα και να αναζητήσει νομιμότητα από πιο εποικοδομητικές πηγές παρά από τον αποκλεισμό τους. Η σημασία της στρατηγικής κουλτούρας επιμένει να είναι σημαντική σήμερα, χωρίς να υπονοεί ούτε να ενθαρρύνει μια δικαιολογία ανάληψης πολεμικής δράσεως, αλλά ισχυροποίησης της αποτρεπτικής μας ισχύος ειδικά, με πολλαπλασιαστές ισχύος. Όπως με την άμεση αύξηση της θητείας, με τη σύσταση Εθνικού Συμβουλίου Ασφαλείας ήταν ενίσχυση και ισχυροποίηση του θεσμού εθνοφυλακής.

Είναι επίσης σημαντικό να έχουμε κατά νου ότι καμία στρατηγική κουλτούρα δεν είναι αναλλοίωτη ή ότι συνεχώς περιστρέφεται γύρω από μια ενιαία αφήγηση. Οι πολλαπλές εθνικές συζητήσεις μπορούν να γίνονται παράλληλα, αναπτύσσονται γύρω από ένα κύριο πλαίσιο ή γραμμή ερμηνείας. Οι στρατηγικές κουλτούρες είναι επομένως δυναμικές και διαρκώς εξελισσόμενες έννοιες με την κατανόηση της ιστορίας μας και της θέσης μας στον κόσμο, οι οποίες συχνά αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και επαναξιολογούνται από γενιά σε γενιά.

Παρά τις διακυμάνσεις αυτές, είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί ότι η Ελλάδα διατηρεί επίμονα και επαναλαμβανόμενα το ρόλο του θεματοφύλακα της Δύσεως για την ασφάλεια της και το γεωπολιτικό της ορισμό, τα οποία ξεπερνούν τα πολιτικά κόμματα και τους εκλογικούς κύκλους. Για αυτό η σημασία της στρατηγικής κουλτούρας, δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοείται, παρά το γεγονός ότι οι επιδιώξεις και άλλοι στρατηγικοί υπολογισμοί φαίνεται συχνά να υπαγορεύονται αποκλειστικά από άμεσα συμφέροντα.

Στη σημερινή δύσκολη κατάσταση μας, το παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος με την κύρια απειλή μας, την Τουρκία, πρέπει να δώσει τη θέση του σε ένα παράδειγμα πολυδύναμης ασφάλειας, το οποίο να περιλαμβάνει όλες τις διαστάσεις της παγκόσμιας ασφάλειας. Επιπλέον, η αναζήτηση κερδοφόρων λύσεων εντός του πλαισίου του Διεθνούς Δικαίου δεν είναι μόνο επιθυμητή αλλά εξυπηρετεί όλο και περισσότερο τα ρεαλιστικά συμφέροντα. Όμως οι ιδεολογικές ασυμβατότητες, η δυσπιστία και οι ιστορικές διαιρέσεις είναι δύσκολο να απαλειφθούν μεταξύ των κρατών μας, όπως άλλωστε έχει αποδειχθεί μέχρι σήμερα, οπότε ο ανταγωνισμός δεν μπορεί να επιλυθεί σε μια φόρμουλα συμβιωτικού ρεαλισμού, προσαρμοσμένου στις πραγματικότητες μιας διεθνούς σκηνής με τεράστιες και σύνθετες διασυνδέσεις.

Είμαστε υποχρεωμένοι να εφαρμόσουμε ένα συνδυασμό στρατηγικού πολιτισμού με τα ρεαλιστικά εθνικά συμφέροντα μας, που ο κοινός παράγοντας είναι η ενίσχυση της αποτρεπτικής μας ισχύος.

* Ο κ. Δημήτρης Τσαϊλάς είναι Υποναύαρχος ε.α., ΠΝ.